Please wait while JT SlideShow is loading images...
Photo Title 1Photo Title 2Photo Title 3
ΓΚΕΛΑΝΤΟ

Το "Γκελάντο" διαφέρει από το συνηθισμένο κόκκινο κρασί, διότι για να παρασκευαστεί ένα λίτρο του χρειάζονται 5 κιλά Αγιωργήτικου σταφυλιού.

Δρ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΚΕΛΗΣ

Ωτορινολαρυγγολόγος
Δαμασκηνού 46, Κόρινθος - 20100
Τηλ. 27410 26631, 6944280764

www.gelis.gr
www.pharmagel.gr
www.curcumin.gr
www.d3gkelin.gr
www.zinc.gr
www.gkelismedicallexicon.gr
www.orlpedia.gr
www.gkelanto.gr
www.allergopedia.gr
www.gkelikosagiorgitiko.gr

Email: pharmage@otenet.gr


Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ – O Ἔρωτας στὰ χιόνα

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ  OἜρωτας στὰ χιόνα

 

Καρδι  το χειμῶνος. Χριστούγεννα, Ἅις-Βασίλης,  Φῶτα.

Κα αὐτὸς ἐσηκώνετο τ πρωί, ρριπτεν εἰς τοὺς μους  τὴν παλιὰν πατατούκαν του,  τ μόνον ροῦχον πο ἐσώζετο ἀκόμη ἀπ τοὺς πρ τῆς ετυχίας του χρόνους, κα κατήρχετο εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, μορμυρίζων, ν κατέβαινεν ἀπ τ παλαιὸν μισογκρεμισμένον σπίτι, μ τρόπον ὥστε να τὸν ἀκού   γειτόνισσα:

Σεβτὰς  εν    αὐτός, δὲν εναι τσορβάς …· ρωντας εἶναι, δὲν εἶναι γέρωντας.

Τ ἔλεγε τόσον συχνά, ὥστε λες ο γειτονοποῦλες ὁπο τὸν κουαν τοῦ τ ἐκόλλησαν τέλος ς παρατσούκλι: « μπαρμπα−Γιαννιὸς  ρωντας».

Διότι δὲν το πλέον νέος, οτε εὔμορφος, οὔτε σπρα εχεν. Ὅλα αὐτ τ εἶχε φθείρει πρ χρόνων πολλῶν, μαζ μ τ καράβι, εἰς τὴν θάλασσαν, εἰς τὴν Μασσαλίαν.

Εἶχεν ἀρχίσει τ στάδιόν του μ αὐτὴν τὴν πατατούκαν, ταν ἐπρωτομπαρκάρησε ναύτης εἰς τὴν βομβάρδαν το ἐξαδέλφου του. Εἶχεν ἀποκτήσει, ἀπ τ μερδικά του ὅσα ἐλάμβανεν ἀπ τ ταξίδια, μετοχὴν ἐπ το πλοίου, εἶτα εἶχεν ἀποκτήσει πλοῖον δικόν του, κα εἶχε κάμει καλ ταξίδια. Εἶχε φορέσει ἀγγλικὲς τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλ καπέλα, εἶχε κρεμάσει καδένες χρυσὲς μ ὡρολόγια, εἶχεν ἀποκτήσει χρήματα· ἀλλ τ φαγεν ὅλα ἐγκαίρως μ τὰς Φρύνας εἰς τὴν Μασσαλίαν, κα ἄλλο δὲν το ἔμεινεν εἰμ παλι πατατούκα, τὴν ὁποίαν ἐφόρει πεταχτὴν ἐπ' ὤμων, ἐν κατέβαινε τ πρωεἰς τὴν παραλίαν, δι  ν μπαρκάρ σύντροφος μ καμμίαν βρατσέραν εἰς μικρὸν ναῦλον, δι ν πάγ μ ξένην βάρκαν ν βγάλκανένα χταπόδι ἐντὸς το λιμένος.

 

Κανένα δὲν εἶχεν εἰς τὸν κόσμον, ἦτον ἔρημος. Εἶχε νυμφευθ, καεἶχε χηρεύσει, εἶχεν ἀποκτήσει τέκνον, κα εἶχεν ἀτεκνωθ.

Κα ἀργτ βράδυ, τὴν νύκτα, τ μεσάνυκτα, ἀφο ἔπινεν ὀλίγα ποτήρια δι ν ξεχάσ, διὰ ν  ζεσταθ, ἐπανήρχετο εἰς τπαλιόσπιτο τμισογκρεμισμένον, ἐκχύνων εἰς τραγούδια τὸν πόνον του:

Σοκάκι μου μακρστενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου,
κάμε κ' ἐμένα γείτονα μὲ τὴν γειτόνισσά σου.

Ἄλλοτε παραπονούμενος εὐθύμως:

Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογο καψεύτρα,
δὲν εἶπες μι φορ κ' ἐσύ, Γιαννιό  μου  ἔλα μέσα.

Χειμὼν βαρύς, ἐπἡμέρας οὐρανὸς κλειστός. Ἐπάνω εἰς τβουν χιόνες, κάτω εἰς τὸν κάμπον χιονόνερον. πρωία ἐνθύμιζε τδημῶδες:

Βρέχει, βρέχει καχιονίζει,
κι παπὰς  χειρομυλίζει.

Δὲν ἐχειρομύλιζεν παπάς, ἐχειρομύλιζεν ἡ γειτόνισσα, πολυλογο καψεύτρα, τοᾄσματος τομπαρμπα−Γιαννιο. Διότι τοιοῦτον πρᾶγμα ἦτο· μυλωνο ἐργαζομένη μὲ τὴν χεῖρα, γυρίζουσα τὸν χειρόμυλον. Σημειώσατε ὅτι, τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, τἀρχοντολόγι τοτόπου τὸ εἶχεν εἰς κακόν του νὰ φάγ ψωμ ζυμωμένον μἄλευρον ἀπνερόμυλον ἀνεμόμυλον, κ' ἐπροτίμα τὸ διχειρομύλου ἀλεσμένον.

Καὶ εἶχε πελατείαν μεγάλην, ἡ Πολυλογού. Ἐγυάλιζεν, εἶχε μάτια μεγάλα, εἶχε βερνίκι εἰς τμάγουλά της. Εἶχεν ἕνα ἄνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ' ἕνα γαϊδουράκι μικρὸν δι νὰ κουβαλᾷ τἀλέσματα. Ὅλα τἀγαποῦσε, τὸν ἄνδρα της, τὰ παιδιὰ της, τὸ γαϊδουράκι της. Μόνον τὸν μπαρμπα−Γιαννιὸν δὲν ἀγαποῦσε.

Ποῖος  νὰ τὸν ἀγαπήσ αὐτόν; Ἦτο ἔρημος εἰς τὸν κόσμον.

Καεἶχε πέσει εἰς τὸν ἔρωτα, μὲ τὴν γειτόνισσαν τὴν Πολυλογού, δινὰ ξεχάσ τὸ καράβι του, τὰς Λαΐδας τῆς Μασσαλίας, τὴν θάλασσαν καὶ τκύματά της, τβάσανά του, τὰς ἀσωτίας του, τὴν γυναῖκά του, τπαιδί του. Καὶ εἶχε πέσει εἰς τκρασ δινὰ ξεχάσ τὴν γειτόνισσαν.

Συχν ὅταν ἐπανήρχετο τβράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, κασκιά του, μακρά, ὑψηλή, λιγνή, μὲ τὴν πατατούκαν φεύγουσαν καγλιστροῦσαν ἀπὸ τοὺς ὤμους του, προέκυπτεν εἰς τὸν μακρόν, στενὸν δρομίσκον, καα νιφάδες, μυῖαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, ἐφέροντο στροβιληδὸν εἰς τὸν ἀέρα, καἔπιπτον εἰς τὴν γῆν, καἔβλεπε τὸ βουνὸν ν' ἀσπρίζ εἰς τσκότος, ἔβλεπε τπαράθυρον τῆς γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, καὶ τὸν φεγγίτην νὰ λάμπ θαμβά, θολά, κα ἤκουε τὸν χειρόμυλον νὰ τρίζ ἀκόμη, καχειρόμυλος ἔπαυε, καἤκουε τὴν γλῶσσάν της ν' ἀλέθῃ, κ' ἐνθυμεῖτο τὸν ἄνδρα της, τπαιδιά της, τὸ γαϊδουράκι της, ὁπο αὐτ ὅλα τἀγαποῦσε, ἐνῷ αὐτὸν δὲν ἐγύριζε μάτι νὰ τὸν ἰδ, ἐκαπνίζετο, ὅπως τμελίσσι, ἐσφλομώνετο, ὅπως τχταπόδι, καπαρεδίδετο εἰς σκέψεις φιλοσοφικὰς καὶ εἰς ποητικὰς εἰκόνας.

Νὰ εἶχεν ἔρωτας σαΐτες!… νὰ εἶχε βρόχια… νὰ εἶχε φωτιές… Ντρυποῦσε μὲ τὶς σαΐτες του τὰ παραθύρια… νζέσταινε τὶς καρδιές… νἔστηνε τὰ βρόχια του ἀπάνω στὰ χιόνια… Ἕνας γερο−Φερετζέλης πιάνει μὲ τὶς θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.

Ἐφαντάζετο τὸν ἔρωτα ὡς ἕνα εἶδος γερο−Φερετζέλη, ὅστις νδιημερεύ πέραν εἰς τὸν ὑψηλόν, πευκόσκιον λόφον, καὶ ν' ἀσχολῆται εἰς τὸ νστήν βρόχια ἐπάνω εἰς τχιόνια, διὰ νσυλλάβ τὶς ἀθῷες καρδιές, ὡς μισοπαγωμένα κοσσύφια, τὁποῖα Ψάχνουν  εἰς  μάτην , διὰ  ν' ἀνακαλύψουν  τελευταίαν  τιν  χαμάδα  μείνασαν  εἰς τὸν  ἐλαιῶνα

. Ἐξέλιπον ομικρο μακρυλο καρπο ἀπὸ τὰς εὐώδεις μυρσίνας εἰς τῆς Μαμοῦς τρέμα, κατώρα τκοσσυφάκια τλάλα μὲ τἀμαυρὸν πτέρωμα, οκηρομύται ογλυκεῖς καὶ οκίχλαι αεὔθυμοι πίπτουσι θύματα τῆς θηλιᾶς τοῦ γερο−Φερετζέλη.

Τὴν ἄλλην βραδιὰν ἐπανήρχετο, ὄχι πολ οἰνοβαρής, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὰ παράθυρα τῆς Πολυλογοῦς, ὕψωνε τοὺς ὤμους, κ' ἐμορμύριζεν:

Ἕνας Θεὸς θμᾶς κρίν… κ' ἕνας θάνατος θὰ μᾶς ξεχωρίσ. Καεἶτα μετστεναγμο προσέθετε:

− Κ' ἕνα κοιμητήρι θὰ μᾶς σμίξ.

Ἀλλ δὲν ἠμποροῦσε, πρὶν ἀπέλθη ν κοιμηθ, νμὴν ὑποψάλ τσύνηθες ᾆσμά του:

Σοκάκι μου μακρὺ−στενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου,
κάμε κ' ἐμένα γείτονα μὲ τὴν γειτόνισσά σου.

Τὴν ἄλλην βραδιάν, χιὼν εἶχε στρωθ σινδών, εἰς ὅλον τὸν μακρὸν, στενὸν δρομίσκον.

Ἄσπρο σινδόνι… νὰ μᾶς ἀσπρίσ ὅλους στμάτι τοΘεο… ν' ἀσπρίσουν τσωθικά μας… νμὴν ἔχουμε κακ καρδι μέσα μας.

Ἐφαντάζετο ἀμυδρῶς μίαν εἰκόνα, μίαν ὀπτασίαν, ἓν ξυπνητὸν ὄνειρον. Ὡσὰν χιὼν νἰσοπεδώσ καὶ ν' ἀσπρίσ ὅλα τπράγματα, ὅλας τὰς ἁμαρτίας, ὅλα τπερασμένα: Τὸ καράβι, τὴν θάλασσαν, τὰ ψηλὰ καπέλα, τὡρολόγια, τὰς ἁλύσεις τὰς χρυσᾶς καὶ τὰς ἁλύσεις τὰς σιδηρᾶς, τὰς πόρνας τῆς Μασσαλίας, τὴν ἀσωτίαν, τὴν δυστυχίαν, τναυάγια, νὰ τσκεπάσ, νὰ τἐξαγνίσ, νὰ τσαβανώσ, διὰ νὰ μ παρασταθοῦν ὅλα γυμνκατετραχηλισμένα, καὡς ἐξ ὀργίων καφραγκικῶν χορῶν ἐξερχόμενα, εἰς τὄμμα τοΚριτο, τοΠαλαιοἩμερῶν, τοΤρισαγίου. Ν' ἀσπρίσῃ καὶ νὰ σαβανώσῃ τὸν δρομίσκον τὸν μακρὸν καὶ τὸν στενὸν μὲ τὴν κατεβασιάν του καὶ μὲ τὴν δυσωδίαν του, καὶ τὸν οἰκίσκον τὸν παλαιὸν κακαταρρέοντα, καὶ τὴν πατατούκαν τὴν λερὴν κακουρελιασμένην: Νὰ σαβανώσῃ καὶ νὰ σκεπάσῃ τὴν γειτόνισσαν τὴν πολυλογοὺ καψεύτραν, καὶ τὸν χειρόμυλόν της, καὶ τὴν φιλοφροσύνην της, τὴν ψευτοπολιτικήν της, τὴν φλυαρίαν της, καὶ τγυάλισμά της, τὸ βερνίκι καὶ τκοκκινάδι της, καὶ τχαμόγελόν της, καὶ τὸν ἄνδρα της, τπαιδιά της καὶ τὸ γαϊδουράκι της: Ὅλα, ὅλα νὰ τκαλύψ, νὰ τἀσπρίσῃ, νὰ τἁγνίσ!

Τὴν ἄλλην βραδιάν, τὴν τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, ἐπανῆλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.

Δὲν ἔστεκε πλέον εἰς τπόδια του, δὲν ἐκινεῖτο οὐδ' ἀνέπνεε πλέον.

Χειμὼν βαρύς, οἰκία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Μοναξία, ἀνία, κόσμος βαρύς, κακός, ἀνάλγητος. Ὑγεία κατεστραμμένη. Σῶμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικ λυωμένα. Δὲν ἠμποροῦσε πλέον νζήσ, ναἰσθανθ, νχαρ. Δὲν ἠμποροῦσε νεὕρ παρηγορίαν, νζεσταθ. Ἔπιε διὰ νσταθ, ἔπιε διὰ νπατήσ, ἔπιε διὰ νγλιστρήσ. Δὲν ἐπάτει πλέον ἀσφαλῶς τἔδαφος.

Ηὗρε τὸν δρόμον, τὸν ἀνεγνώρισεν. Ἐπιάσθη ἀπὸ τἀγκωνάρι. Ἐκλονήθη. Ἀκούμβησε τὶς πλάτες, ἐστύλωσε τπόδια. Ἐμορμύρισε:

− Νεἶχαν οφωτιὲς ἔρωτα!… Νεἶχαν οθηλιὲς χιόνια

Δὲν ἠμποροῦσε πλέον νσχηματίσ λογικὴν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις καἐννοίας.

Πάλιν ἐκλονήθη. Ἐπιάσθη ἀπὸ τὸν παραστάτην μιᾶς θύρας. Κατ λάθος ἤγγισε τρόπτρον. Τὸ ρόπτρον ἤχησε δυνατά.

Ποιὸς εἶναι;

Ἦτο ἡ θύρα τῆς Πολυλογοῦς, τῆς γειτόνισσας. Εὐλογοφανῶς θἠδύνατό τις ντο ἀποδώσ πρόθεσιν ὅτι ἐπεχείρει ν' ἀναβῇ, καλῶς κακῶς, εἰς τὴν οἰκίαν της. Πῶς ὄχι;

Ἐπάνω ἐκινοῦντο φῶτα καἄνθρωποι. Ἴσως ἐγίνοντο ἑτοιμασίαι. Χριστούγεννα, Ἅις−Βασίλης, Φῶτα, παραμοναί. Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος.

− Ποιὸς εἶναι; εἶπε πάλιν φωνή.

Τὸ παράθυρον ἔτριξεν. Ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ἦτο ἀκριβς ὑπ τὸν ἐξώστην, ἀόρατος ἄνωθεν. Δὲν εἶναι τίποτε. Τὸ παράθυρον ἐκλείσθη σπασμωδικῶς. Μίαν στιγμὴν ἂς ἀργοποροῦσε!

Ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς στηρίζετο ὄρθιος εἰς τὸν παραστάτην. Ἐδοκίμασε νεἴπ ττραγούδι του, ἀλλ' εἰς τὸ πνεῦμά του τὑποβρύχιον, τοἤρχοντο ὡς ναυάγια αλέξεις:

«Γειτόνισσα πολυλογού, μακρὺ−στενὸ σοκάκι!…»

Μόλις ἤρθρωσε τὰς λέξεις, καὶ σχεδὸν δὲν ἠκούσθησαν. Ἐχάθησαν εἰς τὸν βόμβον τοἀνέμου καὶ εἰς τὸν στρόβιλον τῆς χιόνος.

− Καἐγ σοκάκι εἶμαι, ἐμορμύρισεζωνταν σοκάκι.

Ἐξεπιάσθη ἀπὸ τὴν λαβήν του. Ἐκλονήθη, ἐσαρρίσθη, ἔκλινε καἔπεσεν. Ἐξηπλώθη ἐπὶ τῆς χιόνος, καὶ κατέλαβε μὲ τὸ μακρόν του ἀνάστημα ὅλον τὸ πλάτος τοῦ μακροῦ στενοῦ δρομίσκου.

Ἅπαξ ἐδοκίμασε νσηκωθ, καὶ εἶτα ἐναρκώθη. Εὕρισκε φρικώδη ζέστην εἰς τὴν χιόνα.

«Εἶχαν οφωτιὲς ἔρωτα!… Εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια!»

Καὶ τὸ παράθυρον πρμιᾶς στιγμῆς εἶχε κλεισθῆ. Καἂν μίαν μόνον στιγμὴν ἠργοπόρει, σύζυγος τῆς Πολυλογοῦς θἔβλεπε τὸν ἄνθρωπον νὰ πέσ ἐπτῆς χιόνος.

Πλὴν δὲν τὸν εἶδεν οὔτε αὐτὸς οὔτε κανεὶς ἄλλος. Κ' ἐπάνω εἰς τὴν χιόνα ἔπεσε χιών. Καἡ χιὼν ἐστοιβάχθη, ἐσωρεύθη δύο πιθαμάς, ἐκορυφώθη. Καἡ χιὼν ἔγινε σινδών, σάβανον.

Καὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κ' ἐκοιμήθη ὑπ τὴν χιόνα, διὰ νμ παρασταθ γυμνὸς κατετραχηλισμένος, αὐτὸς καζωή του καὶ απράξεις του, ἐνώπιον τοΚριτο, τοΠαλαιοἩμερῶν, τοΤρισαγίου.

(1896)

Last Updated (Saturday, 11 November 2017 23:05)

 
mod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_counter
mod_vvisit_counterToday378
mod_vvisit_counterYesterday341
mod_vvisit_counterThis week10400
mod_vvisit_counterLast week14928
mod_vvisit_counterThis month35648
mod_vvisit_counterLast month64728
mod_vvisit_counterAll days745198
Visitors Counter